μικτός


μικτός
[миктос] επ. смешанный, перемешанный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μικτός" в других словарях:

  • μικτός — mixed masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικτός — και μεικτός, ή, ό (ΑΜ μεικτός και μικτός, ή, όν) [μίγνυμι] αυτός που αποτελείται από διάφορα και διαφορετικής φύσεως στοιχεία, αναμεμιγμένος, σύμμικτος, ανάμικτος, σύνθετος νεοελλ. φρ. α) «μικτή γλώσσα» γλώσσα ανάμικτη με στοιχεία δημοτικής και… …   Dictionary of Greek

  • μικτός — ή, ό βλ. μεικτός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεικτά — μικτός mixed neut nom/voc/acc pl μεικτά̱ , μικτός mixed fem nom/voc/acc dual μεικτά̱ , μικτός mixed fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικτά — μικτός mixed neut nom/voc/acc pl μικτά̱ , μικτός mixed fem nom/voc/acc dual μικτά̱ , μικτός mixed fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεικτῶν — μικτός mixed fem gen pl μικτός mixed masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεικτόν — μικτός mixed masc acc sg μικτός mixed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικτῶν — μικτός mixed fem gen pl μικτός mixed masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικτόν — μικτός mixed masc acc sg μικτός mixed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεικτοῖς — μικτός mixed masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)